navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κερκέτης

κερκέτης

ο, ουσ.

(ναυτ.)

  1. τύπος μικρής άστυπης άγκυρας με τρεις όνυχες που χρησιμοποιείται συνήθως σε βάρκες και αλιευτικά σκάφη, για αγκυροβολία ή και για ανάσυρση αντικειμένων από τον βυθό, συνών. αγκουρέτο
  2. (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] Κερκέτης, γιος του Αιγύπτου, παντρεύτηκε τη Δώριον, κόρη του Δαναού, που τον σκότωσε την πρώτη νύχτα του γάμου τους
  3. (αρχ.) α) βάρος που κρεμούσαν στην προσήνεμη πλευρά του πλοίου, όταν φυσούσε ισχυρός άνεμος, για να μετριάζεται η κλίση του πλοίου, β) μικρό πηδάλιο.

Ετυμολογία

< αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως να συνδέεται με το κέρκος [δες λ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κερκέτης», σ. 428. https://navalhistory.gr/lexiko/κερκετησ/