κερκέτης
ο, ουσ.
(ναυτ.)
- τύπος μικρής άστυπης άγκυρας με τρεις όνυχες που χρησιμοποιείται συνήθως σε βάρκες και αλιευτικά σκάφη, για αγκυροβολία ή και για ανάσυρση αντικειμένων από τον βυθό, συνών. αγκουρέτο
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] Κερκέτης, γιος του Αιγύπτου, παντρεύτηκε τη Δώριον, κόρη του Δαναού, που τον σκότωσε την πρώτη νύχτα του γάμου τους
- (αρχ.) α) βάρος που κρεμούσαν στην προσήνεμη πλευρά του πλοίου, όταν φυσούσε ισχυρός άνεμος, για να μετριάζεται η κλίση του πλοίου, β) μικρό πηδάλιο.
Ετυμολογία
< αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως να συνδέεται με το κέρκος [δες λ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κερκέτης», σ. 428. https://navalhistory.gr/lexiko/κερκετησ/