navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αβιζάρω

αβιζάρω

ρ. [μετβ.] [γραμμ. αβιζάρισα]

(ναυτ.) κάνω γνωστό, στέλνω είδηση, γνωστοποιώ, συνών. αναγγέλλω, ενημερώνω, ειδοποιώ, κοινοποιώ, πληροφορώ, κατατοπίζω.

Ετυμολογία

< ιταλ. avvisar(e) < avviso [= ειδοποίηση, προειδοποίηση] + -ω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβιζάρω», σ. 32. https://navalhistory.gr/lexiko/αβιζαρω/