navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσαμαντάλι

τσαμαντάλι

το, ουσ.

(ναυτ.) ή τσιτσαρόλι, μικρά και ελαφριά σχοινιά [κορδόνια] στερεωμένα κατά μήκος της ράντας του ιστίου των ιστιοφόρων σκαφών: α) το τσαμαντάλι της μούδας λέγεται σειράδιο(ν), ενώ β) το τσαμαντάλι της τέντας λέγεται παραδέτης ή αναδέτης.

Ετυμολογία

< τουρκ. camadan.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσαμαντάλι», σ. 850. https://navalhistory.gr/lexiko/τσαμανταλι/