navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καραβόγατος

καραβόγατος

ο, ουσ.

  1. γάτος που ζει σε καράβι
  2. (ναυτ.) ναυτικός που σπάνια εγκαταλείπει το καράβι
  3. (συνεκδ.) ο ικανός ναυτικός, συνών. θαλασσόλυκος, καραβόλυκος.

Ετυμολογία

< καράβ(ι) + -ο- + -γατος < γάτα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καραβόγατος», σ. 405. https://navalhistory.gr/lexiko/καραβογατοσ/