καραβόγατος
ο, ουσ.
- γάτος που ζει σε καράβι
- (ναυτ.) ναυτικός που σπάνια εγκαταλείπει το καράβι
- (συνεκδ.) ο ικανός ναυτικός, συνών. θαλασσόλυκος, καραβόλυκος.
Ετυμολογία
< καράβ(ι) + -ο- + -γατος < γάτα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καραβόγατος», σ. 405. https://navalhistory.gr/lexiko/καραβογατοσ/