navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › (μ)πομπάρδα και βομβάρδα, βουμπάρδα, (μ)πουμπάρδα, (μ)πουπάρδα, πομπάρδα, πουμπάρτα

(μ)πομπάρδα και βομβάρδα, βουμπάρδα, (μ)πουμπάρδα, (μ)πουπάρδα, πομπάρδα, πουμπάρτα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

(στρατ.)

  1. α) λιθοβόλο κανόνι, β) (ναυπ.) τύπος παλιού πολεμικού οξύπρυμνου ιστιοφόρου πλοίου που έφερε κανόνια, μυοπάρων
  2. (ναυτ.) εξάρτημα ψαρέματος που ενσωματώνεται στην πετονιά και λειτουργεί ως βαρίδιο
  3. (μουσ.) ξύλινο πνευστό όργανο.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < μσν. μπουμπάρδα < ιταλ. bombarda < λατιν. bombus < αρχ. βόμβος.

Παράγωγα

(μ)πομπαρδίζω. Στ’ ἀνοιχτά τοῦ πέλαγου μὲ καρτέρεσαν μὲ μπομπάρδες τρικάταρτες καὶ μοῦ ρίξανε ἁμαρτία μου νὰ ’χα κι ἐγὼ μίαν ἀγάπη μακρινὴ μητέρα ρόδο μου ἀμάραντο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(μ)πομπάρδα και βομβάρδα, βουμπάρδα, (μ)πουμπάρδα, (μ)πουπάρδα, πομπάρδα, πουμπάρτα», σ. 549. https://navalhistory.gr/lexiko/μπομπαρδα-και-βομβαρδα-βουμπαρδα-μπουμπαρδα-μπουπαρδα-πομπαρδα-πουμπαρτα/