navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › ποδίζω

ποδίζω

ρ. [αμετβ.]

(ναυτ.)

  1. απομακρύνω την πλώρη του σκάφους από την κατεύθυνση που φυσά ο άνεμος, πάω χυτά, αντών. ορτσάρω
  2. (κατ’ επέκτ.) διακόπτω την πορεία μου και καταφεύγω σε απάνεμο μέρος, συνήθως σε ασφαλή όρμο, εξαιτίας κακοκαιρίας.

Ετυμολογία

< πόδ(ι) + -ίζω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποδίζω», σ. 680. https://navalhistory.gr/lexiko/ποδιζω/