navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παράτονος

παράτονος

ο, ουσ.

(ναυτ.) ισχυρό συρματόσχοινο ή ανθεκτικό σχοινί που ξεκινά από τον λαιμό του επιστηλίου και καταλήγει στην πρύμνη του σκάφους ή στο πλευρικό τοίχωμα για να στηρίζει τον κεντρικό ιστό, αλλιώς και παταράτσο ή παρατάτσο, αντών. πρότονος, στράλι.

Ετυμολογία

< παρατείνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παράτονος», σ. 637. https://navalhistory.gr/lexiko/παρατονοσ/