φανάρι
το, ουσ.
- σηματοδότης σε σταυροδρόμι για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, επίσης σε σιδηροδρομικές γραμμές για ενημέρωση μηχανοδηγών και πεζών
- φανός οχήματος
- κατασκευή σε πεζοδρόμια ή κτήρια για φωτισμό των σημείων
- κρεμαστό σκεύος φτιαγμένο από λεπτή σίτα για προστασία των τροφίμων
- (ναυτ.) ο φάρος
- χειροποίητη κατασκευή από χαρτί, μέταλλο, γυαλί και κερί, που χρησιμεύει για φωτισμό μικρής εμβέλειας.
Ετυμολογία
< μσν. φανάριον < αρχ. φαν(ός) + -άρι.
Παράγωγα
φαναρτζής, φαναριέρα [= μεταλλικός πυργίσκος ή ξύλινη κόγχη, δεξιά κι αριστερά των πλευρών του σκάφους, εντός των οποίων τοποθετούνται οι φανοί, η φανοδόκη - δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φανάρι», σ. 884. https://navalhistory.gr/lexiko/φαναρι/