navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φανάρι

φανάρι

το, ουσ.

  1. σηματοδότης σε σταυροδρόμι για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, επίσης σε σιδηροδρομικές γραμμές για ενημέρωση μηχανοδηγών και πεζών
  2. φανός οχήματος
  3. κατασκευή σε πεζοδρόμια ή κτήρια για φωτισμό των σημείων
  4. κρεμαστό σκεύος φτιαγμένο από λεπτή σίτα για προστασία των τροφίμων
  5. (ναυτ.) ο φάρος
  6. χειροποίητη κατασκευή από χαρτί, μέταλλο, γυαλί και κερί, που χρησιμεύει για φωτισμό μικρής εμβέλειας.

Ετυμολογία

< μσν. φανάριον < αρχ. φαν(ός) + -άρι.

Παράγωγα

φαναρτζής, φαναριέρα [= μεταλλικός πυργίσκος ή ξύλινη κόγχη, δεξιά κι αριστερά των πλευρών του σκάφους, εντός των οποίων τοποθετούνται οι φανοί, η φανοδόκη - δες λ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φανάρι», σ. 884. https://navalhistory.gr/lexiko/φαναρι/