navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επικαμπή

επικαμπή

η, ουσ.

  1. το να είναι κάτι κυρτό προς μία διεύθυνση, συνών. κάμψη, κύρτωμα, λύγισμα, συστροφή
  2. η γωνία που σχηματίζεται με την κάμψη
  3. (στρατ.) λοξή ή κάθετη προς το μέτωπο διάταξη για την προστασία του κύριου στρατιωτικού σώματος ή μιας οχυρώσεως, που αποβλέπει στην προάσπιση από εχθρική πλευρική προσβολή
  4. (ναυτ.) η καμπύλη γραμμή στην οποία τελειώνει το κάτω μέρος του φάλκη.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπικαμπή [= 1. το μέρος του τείχους ή άλλου οικοδομήματος, που κάμπτεται από ένα σημείο και εκτείνεται προς τα μέσα, 2. είδος στρατιωτικού ελιγμού των αρχαίων, κατά τον οποίο τα κέρατα της παρατάξεως προεκτεινόμενα και από τις δύο πλευρές σχημάτιζαν γωνία με το κέντρο της φάλαγγας, ώστε να προσβάλλεται ο εχθρός και από τις δύο πλευρές] < ἐπι + κάμπτω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επικαμπή», σ. 290. https://navalhistory.gr/lexiko/επικαμπη/