navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανάπλωρα και ανάπρωρα

ανάπλωρα

Και: ανάπρωρα

επίρρ.

(ναυτ.) με την πλώρη στραμμένη αντίθετα προς τον άνεμο ή κόντρα στα κύματα, (λογοτ.) «Μυθική γαλέρα ανάπλωρα στο χρόνο», Διονυσίου Ρώμα «Περίπλους».

Ετυμολογία

< ανά- + πλώρα / πρώρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάπλωρα και ανάπρωρα», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπλωρα-και-αναπρωρα/