navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › ταμπάνι

ταμπάνι

το, ουσ.

  1. (ανατ.) πέλμα ποδιού, πατούσα
  2. (ναυτ.) ορειχάλκινος ή δερμάτινος προστατευτικός δακτύλιος των τροχαλιών, πλημνόδετο
  3. (αρχιτ.) α) ξύλινο πάτωμα, β) ξύλινο συνήθως δοκάρι πάνω στο οποίο στηρίζονται άλλα μικρότερα
  4. (μτφ.) επίπληξη.

Ετυμολογία

< τουρκ. taban.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταμπάνι», σ. 818. https://navalhistory.gr/lexiko/ταμπανι/