ταμπάνι
το, ουσ.
- (ανατ.) πέλμα ποδιού, πατούσα
- (ναυτ.) ορειχάλκινος ή δερμάτινος προστατευτικός δακτύλιος των τροχαλιών, πλημνόδετο
- (αρχιτ.) α) ξύλινο πάτωμα, β) ξύλινο συνήθως δοκάρι πάνω στο οποίο στηρίζονται άλλα μικρότερα
- (μτφ.) επίπληξη.
Ετυμολογία
< τουρκ. taban.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταμπάνι», σ. 818. https://navalhistory.gr/lexiko/ταμπανι/