διγόφι
το, ουσ.
(ναυτ.) αλιευτικό εργαλείο με το οποίο αποσπούν οι ψαράδες τα όστρακα από το βυθό της θάλασσας ή από τις βραχώδεις ακτές.
Ετυμολογία
< δι(ς) [δύο] + γόμφος [= καρφί].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διγόφι», σ. 220. https://navalhistory.gr/lexiko/διγοφι/