navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμμοδύτης

αμμοδύτης

ο, ουσ.

  1. (ζωολ.) είδος φιδιού που επιβιώνει σε αμμώδεις εκτάσεις, συνών. αμμοβάτης
  2. (ναυτ.) είδος ψαριών που χώνονται σε αμμώδεις εκτάσεις, βυθόψαρα.

Ετυμολογία

< άμμος + -δύτης [= βουτηχτής].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμοδύτης», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμοδυτησ/