αμμοδύτης
ο, ουσ.
- (ζωολ.) είδος φιδιού που επιβιώνει σε αμμώδεις εκτάσεις, συνών. αμμοβάτης
- (ναυτ.) είδος ψαριών που χώνονται σε αμμώδεις εκτάσεις, βυθόψαρα.
Ετυμολογία
< άμμος + -δύτης [= βουτηχτής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμοδύτης», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμοδυτησ/