navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εντομή

εντομή

η, ουσ.

  1. βαθιά τομή, συνών. χαρακιά, εγκοπή, σχισμή, αυλακιά, χαραγή, αυλάκωμα
  2. (ναυτ.) κενό σε ξύλο, όπου μπαίνει και στερεώνεται άλλο ξύλο, το κόψιμο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐντομή.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εντομή», σ. 273. https://navalhistory.gr/lexiko/εντομη/