περιστροφή
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περιστρέφω:
- κίνηση γύρω από έναν άξονα ή από ένα σταθερό σημείο, κυκλική κίνηση, περιφορά
- (μτφ.) [για γραπτό ή προφορικό λόγο] απομάκρυνση από την κύρια κατεύθυνση ή από το κύριο θέμα με ήπιο τρόπο, υπεκφυγή
- (αστρον.) «περιστροφική κίνηση», κίνηση ουράνιου σώματος γύρω από τον άξονά του αλλάζοντας τον προσανατολισμό του στο χώρο
- (τεχνολ.) κίνηση σώματος κατά την οποία οι τροχιές τών σημείων του αποτελούν περιφέρειες κύκλων
- (ναυτ.) ελιγμός ή χειρισμός που αποβλέπει στην στροφή του πλοίου γύρω από τον εαυτό του, κατά την διάρκεια γυμνασίων, επιχειρήσεων ή χειρισμών αγκυροβολίας
- (φρ.) α) «διάνυσμα / ταχύτητα περιστροφής», β) «φαινομενική ή συνοδική περιστροφή του Ηλίου».
Ετυμολογία
< αρχ. περί-στροφή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιστροφή», σ. 655. https://navalhistory.gr/lexiko/περιστροφη/