εξάντας
ο, ουσ.


- (ναυτ.) γωνιομετρικό φορητό όργανο, διαθέτει κάτοπτρα και βαθμολογημένο κυκλικό τόξο 60ο μοιρών, χρησιμοποιείται από τους ναυτικούς για τον προσδιορισμό της γεωγραφικής τους θέσης κάνοντας μέτρηση των οριζόντιων και κατακόρυφων γωνιών, συνών. (μ)παλέστρα, σεσάντε
- (αστρον.) ο Εξάς [λατιν. Sextans, συντομογραφία: Sex] μικρός αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου
- (ιστορ.) το ρωμαϊκό νόμισμα sextans, το ένα 1/6 της βασικής νομισματικής μονάδας ίσο με δύο ουγκιές.
Ετυμολογία
< αρχ. ἑξᾶς, γεν. -άδος, αιτ. -ᾶντος [ο αριθμός 6] < λατιν. sextans, το 1/6, γιατί ο εξάντας διαθέτει βαθμολογημένο κυκλικό τόξο που αποτελεί το 1/6 της κυκλικής περιφέρειας, [για την 1η ερμ.] < αρχ. ἑξᾶς, [από τον αριθμό των γωνιών που σχηματίζει το κάτοπτρό του], [για την 3η ερμ.] σημδ. γαλλ. sextant < λατιν. sextans.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάντας», σ. 276. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαντασ/