navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξέρα και ξέρη

ξέρα

Και: ξέρη

η, ουσ.

(ναυτ.)

  1. βράχος που εξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας ή που βρίσκεται λίγο κάτω από αυτήν, ελάχιστα ορατός, με αποτέλεσμα τα νερά πάνω από αυτόν να είναι αβαθή και κατά συνέπεια επικίνδυνα για τα διερχόμενα σκάφη, σκόπελος, ύφαλος
  2. βραχώδη έκταση του βυθού άλλοτε μεγάλη, άλλοτε μικρότερη σε οποιοδήποτε βάθος (μεσοπέλαγες ξέρες) και στην οποία λόγω της σύστασής της συγκεντρώνονται ψάρια και έτσι είναι περιζήτητος τόπος για τους ψαράδες, συνών. μπάγκος
  3. (μετεωρ.) ανομβρία, αβροχιά, ξηρασία, ξεραΐλα, η έλλειψη βροχής.

Ετυμολογία

< ξηρά ή ξερός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξέρα και ξέρη», σ. 591. https://navalhistory.gr/lexiko/ξερα-και-ξερη/