navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προσγιάλωση

προσγιάλωση

η, και προσγειάλωση [εσφαλμένη γραφή], ουσ. [πληθ. -ώσεις]

(ναυτ.) α) το πλησίασμα της ακτής με σκάφος από το μέρος της θάλασσας για οποιοδήποτε λόγο, για αγκυροβόληση, ελλιμενισμό ή διάλυση, (ειδικότερα) για προσέγγιση και προσεδάφιση μεγάλων σκαφών σε αμμώδη ακτή, όπως αρματαγωγού, οπλιταγωγού, αποβατικού ή άλλου εδικού πλοίου, (φρ.) «αναγκαστική προσγιάλωση», είναι η ηθελημένη προσάραξη πλοίου που επιχειρείται όταν η πλευστότητά του γίνεται επικίνδυνη, β) μέθοδος διάλυσης σκάφους με σκοπό την ανακύκλωση των υλικών του.

Ετυμολογία

< προσγιαλώνω < προσ- [προς] + γιαλός [= παραλία] < αρχ. αἰγιαλός < ἀΐσσω [= ορμώ] + ἅλς [= θάλασσα], αγγλ. beaching.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσγιάλωση», σ. 706. https://navalhistory.gr/lexiko/προσγιαλωση/