navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τιμονιέρα

τιμονιέρα

η, ουσ.

τιμονιέρα, εικόνα από το έντυπο
  1. (ναυτ.) χώρος ελέγχου διαφόρων οργάνων και πλοήγησης του πλοίου, συνών. οιακιστήριο, πηδαλιουχείο [δες λ.]
  2. χειριστήριο ηλεκτρονικών παιχνιδιών.

Ετυμολογία

< τιμόνι [δες λ.] + -ιέρα, ή ιταλ. timoniera [δες ετυμ. τιμόνι]. Έπεσε το πούσι αποβραδίς το καραβοφάναρο χαμένο κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω μες στη τιμονιέρα να με δεις…

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τιμονιέρα», σ. 832. https://navalhistory.gr/lexiko/τιμονιερα/