σερ(α)μπούνια
η, ουσ.
(ναυτ.) πρόσθετο τετράγωνο πανί ιστιοφόρου πλοίου, συνών. παράθριο.
Ετυμολογία
< ιταλ. serrabugne.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σερ(α)μπούνια», σ. 751. https://navalhistory.gr/lexiko/σεραμπουνια/