σκοπιωρός
ο, ουσ.
(ναυτ.) σκοπός [ναύτης] που εγκαθίσταται σε παρατηρητήριο της ξηράς με σκοπό την ανίχνευση χερσαίου ή θαλάσσιου τμήματος που είναι αθέατο από τα αγκυροβολημένα σε όρμο πλοία ή από άλλα εδαφικά σημεία, συνών. βιγλάτορας, σκοπός, φρουρός.
Ετυμολογία
< αρχ. σκοπιά + -ωρός < ὤρα [= φροντίδα, προσοχή μέριμνα, πρόνοια].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκοπιωρός», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοπιωροσ/