δολώνιο
το, ουσ.
(ναυτ.) πανί σε ιστιοφόρο σκάφος [σε βρίκι], το παρο(υ)κέτο.
Ετυμολογία
< μτγν. δόλων < < αρχ. δόλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δολώνιο», σ. 232. https://navalhistory.gr/lexiko/δολωνιο/