φουντάρω
ρ. [μετβ.]
(ναυτ.) α) ρίχνω το καράβι πάνω σε ξέρα με σκοπό να το βουλιάξω, βυθίζω, β) ποντίζω την άγκυρα, αγκυροβολώ, γ) [αμετβ.] βυθίζομαι, συνήθως για πλοίο, καταποντίζομαι, φουντέρνω.
Ετυμολογία
< ιταλ. fondare [= διαλύω, λιώνω, μτφ. διασκορπίζω].
Παράγωγα
φουντάρισμα, φουνταριστός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φουντάρω», σ. 895. https://navalhistory.gr/lexiko/φουνταρω/