χαπιάρισμα
το, ουσ.
(ναυτ.) η προσεκτική και συμμετρική διευθέτηση της κατανομής του «χύδην φορτίου» στα αμπάρια του πλοίου, όπως είναι τα φορτία των: μεταλλευμάτων, σιτηρών, κάρβουνων, διαφόρων χημικών, λιπασμάτων κ.λπ. συνών. στοιβασία, στοίβαγμα.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαπιάρισμα», σ. 911. https://navalhistory.gr/lexiko/χαπιαρισμα/