navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λεμβούχος

λεμβούχος

ο, ουσ.

(ναυτ.)

  1. ο ιδιοκτήτης ή ο κυβερνήτης της λέμβου
  2. η οριζόντια κεραία που είναι τοποθετημένη στα πλάγια του σκάφους και βοηθάει στην πρόσδεση των λέμβων, κοινώς: βαρδαλάντζα.

Ετυμολογία

< λέμβ(ος) + -ούχος < αρχ. -οῦχος < ἔχω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεμβούχος», σ. 479. https://navalhistory.gr/lexiko/λεμβουχοσ/