εξώστης
o, ουσ.
- το μπαλκόνι, προεξοχή οικοδομήματος που προστατεύεται από κάγκελα και επικοινωνεί με τον εσωτερικό χώρο με μπαλκονόπορτα, βεράντα
- (αρχιτ.) τμήμα θεατρικής ή κινηματογραφικής αίθουσας που βρίσκεται ψηλότερα από την πλατεία και απέναντι από τη σκηνή ή την οθόνη, υπερώο
- (ναυτ.) πρόσθετο κατασκεύασμα στην πρύμνη του πλοίου και κοντά στα ενδιαιτήματα του καπετάνιου ή του ναυάρχου, αν πρόκειται για πολεμικό σκάφος, για χρήση από τον πλοίαρχο
- (εκκλ.) υπερώο στο χώρο της εκκλησίας, ο γνωστός μας γυναικωνίτης.
Ετυμολογία
< μσν. εξώστης < αρχ. ἐξώστης < ἐξωθ-έω, -ῶ, [για τη 2η ερμ.] < ιταλ. balcone.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξώστης», σ. 281. https://navalhistory.gr/lexiko/εξωστησ/