navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καλο(υ)μάρω

καλο(υ)μάρω

ρ. [μετβ.]

(ναυτ.) χαλαρώνω το τεντωμένο νήμα, σχοινί ή αλυσίδα, λασκάρω.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο)

ή ιταλ. calumare < caluma < αρχ. κάλυμμα, ή

ή βενετ. calomar [-ω] [= ξετυλίγω και δένω σκοινί από το καράβι στο μόλο για να το αράξω] < υστερολατινικό chalaumare < αρχ. χαλῶ [= χαλαρώνω].

Παράγωγα

καλουμάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καλο(υ)μάρω», σ. 393. https://navalhistory.gr/lexiko/καλουμαρω/