navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μερί

μερί

το, ουσ. [του μεριού]

  1. (ανατ.) ο μηρός του σώματος
  2. τα μεριά, α) οι γλουτοί, β) (ναυτ.) οι δύο πλευρές της πρύμνης.

Ετυμολογία

< μσν. μερί < μηρί < μτγν. μηρίον < αρχ. μηρία < μηρός [= τμήμα του ποδιού].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μερί», σ. 512. https://navalhistory.gr/lexiko/μερι/