μερί
το, ουσ. [του μεριού]
- (ανατ.) ο μηρός του σώματος
- τα μεριά, α) οι γλουτοί, β) (ναυτ.) οι δύο πλευρές της πρύμνης.
Ετυμολογία
< μσν. μερί < μηρί < μτγν. μηρίον < αρχ. μηρία < μηρός [= τμήμα του ποδιού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μερί», σ. 512. https://navalhistory.gr/lexiko/μερι/