πυροδότης
ο, ουσ.
- (ναυτ.) ναύτης πολεμικού πλοίου, που έχει ως καθήκον του τη μεταφορά πυρομαχικών από τις αποθήκες του πλοίου στα πυροβολεία, πυριτοδότης [δες λ.]
- (παλαιότ.) ράβδος με φιτίλι στο ένα της άκρο, με την οποία μεταδιδόταν η φωτιά στο έκκαυμα [την εύφλεκτη χημική ύλη πυροδότησης] των παλαιότερων πυροβόλων
- γομωτής, πρόσωπο που κατέχει και ξέρει άριστα να χρησιμοποιεί εκρηκτικές ύλες σε μεταλλευτικούς ή λατομικούς χώρους εργασίας.
Ετυμολογία
< πυρο- + -δότης < [αρχ.] δίδωμι [= δίνω, παρέχω, προσφέρω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυροδότης», σ. 718. https://navalhistory.gr/lexiko/πυροδοτησ/