navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μουράγιο

μουράγιο

το, ουσ.

  1. (ναυτ.) προκυμαία, μόλος
  2. [πληθ.] α) τείχη, β) (στρατ.) πυροβόλα όπλα.

Ετυμολογία

< βενετ. muragia.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μουράγιο», σ. 536. https://navalhistory.gr/lexiko/μουραγιο/