τόνος1
ο, ουσ.
- η ένταση του ήχου και το ηχόχρωμα της φωνής
- εναλλαγή φωτός και σκιάς
- (γραμμ.) σημάδι πάνω σε κάποιο γράμμα της λέξης που φανερώνει την εντονότερη προφορά, [στο πολυτονικό σύστημα υπήρχαν τρεις τόνοι, η οξεία, η βαρεία και η περισπωμένη]
- (μουσ.) α) καθεμιά από τις πέντε μεγαλύτερες αποστάσεις της μουσικής κλίμακας [ντο-ρε, ρε-μι, φασολ, σολ-λα, λα-σι]
- ζωηρότητα
- (τέχν.) η απόχρωση σε πίνακα ζωγραφικής
- (ναυτ.) δίπλοκο σχοινί που αποτελείται από τρία ή τέσσερα συνεστραμμένα μονόπλοκα και χρησιμεύει για ρυμούλκηση ή για όρμιση πλοίων, γνωστό ως καρλίνι ή γούμενα [δες λ.].
Ετυμολογία
< αρχ. τόνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τόνος1», σσ. 834-835. https://navalhistory.gr/lexiko/τονοσ1/