navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρέλι

ρέλι

το, ουσ. [γεν. ρελ-ιού, -ιών]

  1. (ενδυμ.) α) στρίφωμα, στενή και μακριά λωρίδα υφάσματος που ράβεται πάνω σε άλλο, συνήθως στην άκρη, για περισσότερη στερεότητα και προστασία από το ξέφτισμα, συνών. μπιμπίλα, β) ράψιμο γυριστής άκρης υφάσματος
  2. (ναυτ.) [πληθ.] τα ρέλια, το προστατευτικό κιγκλίδωμα που περιβάλλει το σκάφος, η κουπαστή.

Ετυμολογία

< τουρκ. reli, ή

ή < ιταλ. reglio [= ανεμόσκαλα, βέργα] < λατιν. regula [= ραβδί, μπαστούνι], ή

ή < γαλλ. relier [= συνδέω], ή

ή < βενετ. rei.

Παράγωγα

ρελιάζω > ρέλιασμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρέλι», σ. 728. https://navalhistory.gr/lexiko/ρελι/