αγκαθός
ο, ουσ.
- η κόγχη του ματιού, κανθός
- η εσωτερική γωνία σπιτιού
- εξωτερική γωνία κάθε αντικειμένου
- (ναυτ.) το άκρο της καρίνας [της τρόπιδας] πλοίου
- γωνιώδης εγκοπή ξύλου, όπου προσαρμόζεται και στερεώνεται άλλο ξύλο
- απόκρημνος βράχος.
Ετυμολογία
< αρχ. κανθός. Το αρχικό α και το γκ προέκυψαν από παρετυμολογική σύνδεση με τη λ. αγκάθι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγκαθός», σ. 36. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκαθοσ/