navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανακρούω

ανακρούω

ρ.

[μετβ.]

  1. σπρώχνω κάτι προς τα πίσω
  2. (ναυτ.) κάνω το πλοίο να πλευρίσει με την πρύμνη μπροστά
  3. (μουσ.) εκτελώ μουσικό κομμάτι με ορχήστρα κρουστών
  4. [αμετβ.] α) γυρίζω πίσω, β) (μτφ.) ανακαλώ, υπαναχωρώ, υποχωρώ, μεταβάλλω στάση.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀνακρούω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακρούω», σ. 80. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακρουω/