ανακρούω
ρ.
[μετβ.]
- σπρώχνω κάτι προς τα πίσω
- (ναυτ.) κάνω το πλοίο να πλευρίσει με την πρύμνη μπροστά
- (μουσ.) εκτελώ μουσικό κομμάτι με ορχήστρα κρουστών
- [αμετβ.] α) γυρίζω πίσω, β) (μτφ.) ανακαλώ, υπαναχωρώ, υποχωρώ, μεταβάλλω στάση.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνακρούω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακρούω», σ. 80. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακρουω/