αμφίγειο
το, ουσ.
(ναυτ.) γενικότερη ονομασία, στον τομέα της ναυτικής Γεωγραφίας, για στένωση θαλάσσιου χώρου οποιουδήποτε πλάτους, που όμως συνδέει ευρύτερες θαλάσσιες περιοχές [ειδικότερες μορφές αμφιγείου είναι: ο διέκπλους (κανάλι), ο δίαυλος (μπογάζι), το στενό, ο πόρος, η διώρυγα και ο πορθμός].
Ετυμολογία
< αρχ. [πρόθεση] ἀμφί- + [καταλ.] -γειο(ς) < γῆ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμφίγειο», σ. 75. https://navalhistory.gr/lexiko/αμφιγειο/