δεύτερος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που έρχεται στη σειρά μετά τον πρώτο
- αυτός που δεν είναι εξαιρετικής ποιότητας, δηλ. πρώτης κατηγορίας
- ο πιο νέος στην ηλικία
- [ως ουσ.] (ναυτ.) ο δεύτερος τη τάξη στην πλοήγηση του σκάφους, ιεραρχικά μετά τον καπετάνιο, δεύτερος αξιωματικός [second officer αλλά και second mate = ανθυποπλοίαρχος] ή στο χώρο του μηχανοστασίου ο δεύτερος μηχανικός [second engineer].
Ετυμολογία
< αρχ. δεύτερος.
Σύνθετα
δευτεροπαθής, δευτερόλεπτο, δευτερότοκος, δευτεροσκοπία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεύτερος», σ. 204. https://navalhistory.gr/lexiko/δευτεροσ/