navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δεύτερος

δεύτερος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που έρχεται στη σειρά μετά τον πρώτο
  2. αυτός που δεν είναι εξαιρετικής ποιότητας, δηλ. πρώτης κατηγορίας
  3. ο πιο νέος στην ηλικία
  4. [ως ουσ.] (ναυτ.) ο δεύτερος τη τάξη στην πλοήγηση του σκάφους, ιεραρχικά μετά τον καπετάνιο, δεύτερος αξιωματικός [second officer αλλά και second mate = ανθυποπλοίαρχος] ή στο χώρο του μηχανοστασίου ο δεύτερος μηχανικός [second engineer].

Ετυμολογία

< αρχ. δεύτερος.

Σύνθετα

δευτεροπαθής, δευτερόλεπτο, δευτερότοκος, δευτεροσκοπία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεύτερος», σ. 204. https://navalhistory.gr/lexiko/δευτεροσ/