navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καθέλκω

καθέλκω

ρ. [μετβ.]

  1. σέρνω κάτι προς τα κάτω
  2. (ναυτ.) κάνω καθέλκυση πλοίου.

Ετυμολογία

< αρχ. καθ- (< κατ(α)-) + ἕλκω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθέλκω», σ. 385. https://navalhistory.gr/lexiko/καθελκω/