καθέλκω
ρ. [μετβ.]
- σέρνω κάτι προς τα κάτω
- (ναυτ.) κάνω καθέλκυση πλοίου.
Ετυμολογία
< αρχ. καθ- (< κατ(α)-) + ἕλκω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθέλκω», σ. 385. https://navalhistory.gr/lexiko/καθελκω/