navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζυγόν

ζυγόν

το, ουσ.

  1. (ναυτ.) (αρχ.) [πληθ.] τα εγκάρσια εδώλια που ενώνουν τις απέναντι πλευρές του πλοίου ή της λέμβου, οι πάγκοι των πλοίων, [σπάνια στον ενικό αριθμό]
  2. η μεσαία σειρά των κωπηλατικών καθισμάτων σε μια τριήρη
  3. (μτφ.) [φρ.] «οἱ ἐπὶ ζυγῷ δορὸς κρατοῦντες», αυτοί που βρίσκονται στην επάνω σειρά και κυβερνούν το πλοίο, σε Αισχύλο
  4. α) στρογγυλό κομμάτι ξύλου της ζυγαριάς, το οποίο τοποθετούνταν ως αντίβαρο στα προς ζύγιση αντικείμενα, β) βέργα της ζυγαριάς που στις δύο άκρες της βρίσκονταν οι πλάστιγγες, δηλ. τα δύο πιάτα που έφεραν τα σταθμά
  5. η ίδια η ζυγαριά, το ζύγι, β)
  6. (φρ.) «καρχασίου ζυγόν», κεραία που βρίσκεται στην κορυφή του ιστού στα πλοία
  7. στρατιωτική παράταξη
  8. [πληθ.] ζυγά, α) σταθμά, μέτρα βάρους, β) [ως επίθ.] κάθε σανίδα ή σιδηρογωνία.

Ετυμολογία

< αρχ. ζυγός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζυγόν», σ. 329. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγον/