navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υποστρέφω

υποστρέφω

ρ. [αμετβ.]

  1. στρέφω προς τα πίσω, πισωγυρίζω
  2. (για νόσο) υποτροπιάζω
  3. (ναυτ.) αλλάζω την πορεία του ιστιοφόρου σκάφους στρέφοντας την πρύμνη προς τον άνεμο, συνών. επουρίζω, πρυμίζω, ποντζάρω και μποτζάρω, αντών. αναστρέφω, ορτσάρω.

Ετυμολογία

< ὑπο-στρέφω [= 1. στριφογυρίζω από εδώ κι από εκεί, φέρνω πίσω, 2. - αμετβ.- γυρίζω από εδώ κι από εκεί, υποχωρώ αμέσως, 3. επιστρέφω].

Παράγωγα

υποστροφή, υπόστροφος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποστρέφω», σ. 877. https://navalhistory.gr/lexiko/υποστρεφω/