υποστρέφω
ρ. [αμετβ.]
- στρέφω προς τα πίσω, πισωγυρίζω
- (για νόσο) υποτροπιάζω
- (ναυτ.) αλλάζω την πορεία του ιστιοφόρου σκάφους στρέφοντας την πρύμνη προς τον άνεμο, συνών. επουρίζω, πρυμίζω, ποντζάρω και μποτζάρω, αντών. αναστρέφω, ορτσάρω.
Ετυμολογία
< ὑπο-στρέφω [= 1. στριφογυρίζω από εδώ κι από εκεί, φέρνω πίσω, 2. - αμετβ.- γυρίζω από εδώ κι από εκεί, υποχωρώ αμέσως, 3. επιστρέφω].
Παράγωγα
υποστροφή, υπόστροφος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποστρέφω», σ. 877. https://navalhistory.gr/lexiko/υποστρεφω/