navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εναντιοδρομώ

εναντιοδρομώ

ρ. [αμετβ.]

  1. προχωρώ ή τρέχω προς την αντίθεση κατεύθυνση, συνών. αντιδρομώ, αντών. ορθοδρομώ, ευθυδρομώ
  2. (ναυτ.) α) πλέω με κατεύθυνση αντίθετη προς άλλο πλοίο, β) πλέω κόντρα στον άνεμο ή το ρεύμα.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐναντιοδρομέω, -ῶ.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εναντιοδρομώ», σ. 269. https://navalhistory.gr/lexiko/εναντιοδρομω/