πλοιαρχώ
ρ. [αμετβ.]
(ναυτ.) κυβερνώ πλοίο, είμαι ο πλοίαρχος του σκάφους, καπετανεύω.
Ετυμολογία
< πλοίαρχ(ος) + -ώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλοιαρχώ», σ. 676. https://navalhistory.gr/lexiko/πλοιαρχω/