τονάζ
το, άκλ. ουσ.
(ναυτ.) όρος που χρησιμοποιείται στη ναυτιλιακή αγορά και φανερώνει τη χωρητικότητα των πλοίων σε τόνους.
Ετυμολογία
< γαλλ. tonnage < tonne [= τόνος, μέτρο χωρητικότητας 1.000 κιλών].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τονάζ», σ. 834. https://navalhistory.gr/lexiko/τοναζ/