εύπλοια
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(ναυτ.) η άρτια γνώση και ικανότητα για καλό και γρήγορο ταξίδι, η ουριοδρομία.
Ετυμολογία
< αρχ. εὔπλοια, ή και ιων. τ. εὐπλοΐη και εὐπλωΐα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύπλοια», σ. 317. https://navalhistory.gr/lexiko/ευπλοια/