κουφάρι
το, ουσ.
- σώμα σε αποσύνθεση, πτώμα
- (ανατ.) η θωρακική και κοιλιακή κοιλότητα του ανθρώπινου σώματος
- (ναυτ.) σκάφος πλοίου, συνήθως, το άδειο εσωτερικό τμήμα του, αλλά και σκάφος που, λόγω παλαιότητας, βρίσκεται παροπλισμένο σε καρνάγιο.
Ετυμολογία
< μσν. κουφάρι(ον) < υποκ. του αρχ. επίθ. κοῦφος, -η, -ον, [= 1. ελαφρύς, ευκίνητος, 2. (μτφ.) εύκολος, 3. άδειος, κενός, μάταιος, ανύπαρκτος, ασήμαντος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουφάρι», σ. 456. https://navalhistory.gr/lexiko/κουφαρι/