navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κουφάρι

κουφάρι

το, ουσ.

  1. σώμα σε αποσύνθεση, πτώμα
  2. (ανατ.) η θωρακική και κοιλιακή κοιλότητα του ανθρώπινου σώματος
  3. (ναυτ.) σκάφος πλοίου, συνήθως, το άδειο εσωτερικό τμήμα του, αλλά και σκάφος που, λόγω παλαιότητας, βρίσκεται παροπλισμένο σε καρνάγιο.

Ετυμολογία

< μσν. κουφάρι(ον) < υποκ. του αρχ. επίθ. κοῦφος, -η, -ον, [= 1. ελαφρύς, ευκίνητος, 2. (μτφ.) εύκολος, 3. άδειος, κενός, μάταιος, ανύπαρκτος, ασήμαντος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουφάρι», σ. 456. https://navalhistory.gr/lexiko/κουφαρι/