εξάκωπος
-η, -ο, επίθ.
(ναυτ.) το πλεούμενο εκείνο που έχει ή κινείται με έξι κουπιά.
Ετυμολογία
< έξι + [αρχ.] κώπη [= 1. κουπί, 2. λαβή ξίφους ή κλειδιού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάκωπος», σ. 275. https://navalhistory.gr/lexiko/εξακωποσ/