navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κέστρα

κέστρα

η, ουσ.

κέστρα, εικόνα από το έντυπο

αλλιώς: κέοτρα,

  1. (εργαλ.) σφυρί λιθοξόων το οποίο έχει το ένα άκρο μυτερό και το άλλο οδοντωτό
  2. (ναυτ.) σιδερένιο μακρύ κωνικό και αιχμηρό εργαλείο με το οποίο ανοίγονται τρύπες στα πανιά και στα δέρματα για να λασκάρονται τα έμβολα των σχοινιών, καθώς επίσης και για το πλέξιμο ή την ένωση των σχοινιών, κοινώς: (γ)καβίλια ή σουβλί
  3. (αρχ.) α) είδος σιδερένιου σφυριού, β) καρφί που μπηγόταν για να στερεώσει τους τόνους των πολεμικών μηχανών, δηλ. τους ιμάντες που τις τέντωναν για να εκσφενδονίσουν τα βλήματα, γ) είδος περιζήτητου κατά την αρχαιότητα ψαριού, αλλιώς: σφύραινα.

Ετυμολογία

< αρχ. κεντέω, -ῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέστρα», σ. 430. https://navalhistory.gr/lexiko/κεστρα/