κοτσανέλο
Και: κουτσανέλο
το, ουσ. [πληθ. κοτσανέλα]

(ναυτ.) μικρή μεταλλική μόνιμη δέστρα στο σκάφος για δέσιμο σχοινιών (μαντάρια, σκότες) ή για σύσφιγξή τους, κοινώς: σκαλμίσκος.
Ετυμολογία
< ίσως από το ιταλ. cucinella [= κουζίνα, μαγειρείο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοτσανέλο και κουτσανέλο», σσ. 451-452. https://navalhistory.gr/lexiko/κοτσανελο-και-κουτσανελο/