navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξάρτι

ξάρτι

το, (γεν. ξαρτ-ιού, -ιών) [συνήθως στον πληθ.]

  1. (ναυτ.) τα εξάρτια, α) σχοινιά, δεμένα σε σταθερά σημεία του ιστιοφόρου σκάφους, για την στήριξη πανιών και καταρτιών, β) τα σχοινιά ή τα συρματόσχοινα [παταράτσα και μαγγιώρα] που ξεκινούν από τον κεντρικό ιστό [το άλμπουρο] και καταλήγουν στις πλευρές του σκάφους για να τον στηρίζουν, συνών. επίτονοι
  2. τα σκοινιά που συνδέουν τις ακτίνες του ανεμόμυλου με την άκρη του κεντρικού άξονα.

Ετυμολογία

< μσν. ξάρτι < μτγν. ἐξάρτιον [= σκοινί κατάλληλο για κρέμασμα] < ἐξαρτῶ [= κρεμώ, στηρίζω]. «Τὰ ξάρτια, τὰ σχοινιά, οἱ κουπαστὲς ἔλαμπαν σὰν ἐπιτάφιοι ἀπὸ τὰ κεριά. Καὶ δὲν ἦταν ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ καράβι παρὰ ἕνα μεγάλο πολυκάντηλο, ποὺ ἔφευγε ἀπάνω στὰ νερὰ σὰν πυροτέχνημα».

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξάρτι», σ. 588. https://navalhistory.gr/lexiko/ξαρτι/