νύχι
το, ουσ.

- (ανατ.) κεράτινη πλάκα στις φάλαγγες των δακτύλων
- (ναυτ.) μυτερές απολήξεις άγκυρας πλοίου, για να γαντζώνουν καλύτερα στο βυθό
- [υποκ.] ποικιλία ρυζιού γνωστό περισσότερο ως νυχάκι
- (μηχανολ.) εξάρτημα στο σασμάν του ποδηλάτου.
Ετυμολογία
< μσν. νύχι(ν) < αρχ. ὀνύχιον υποκορ. του ὄνυξ.
Σύνθετα
ακρονύχιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νύχι», σ. 587. https://navalhistory.gr/lexiko/νυχι/