navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νύχι

νύχι

το, ουσ.

νύχι, εικόνα από το έντυπο
  1. (ανατ.) κεράτινη πλάκα στις φάλαγγες των δακτύλων
  2. (ναυτ.) μυτερές απολήξεις άγκυρας πλοίου, για να γαντζώνουν καλύτερα στο βυθό
  3. [υποκ.] ποικιλία ρυζιού γνωστό περισσότερο ως νυχάκι
  4. (μηχανολ.) εξάρτημα στο σασμάν του ποδηλάτου.

Ετυμολογία

< μσν. νύχι(ν) < αρχ. ὀνύχιον υποκορ. του ὄνυξ.

Σύνθετα

ακρονύχιο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νύχι», σ. 587. https://navalhistory.gr/lexiko/νυχι/