navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στόλος

στόλος

ο, ουσ.

  1. (ναυτ.) α) το σύνολο των πολεμικών πλοίων μίας χώρας, ή β) ένας μεγάλος σχηματισμός πολεμικών πλοίων, αρμάδα
  2. (συνεκδ.) το σύνολο των εμπορικών πλοίων μίας χώρας ή των αλιευτικών της
  3. το σύνολο των διαθέσιμων οχημάτων ή αεροσκαφών, στον στρατό ξηράς, στην αεροπορία, σε κάποιον οργανισμό κ.λπ.

Ετυμολογία

< αρχ. στόλος [= 1. εκστρατεία από ξηρά ή θάλασσα, σε Ηρόδ., εφοδιοπομπή με τέθριππο, σε Ευρ. 2. οδοιπορία ή ταξίδι, σε Σοφ. 3. εξοπλισμός, στρατιά ή θαλάσσια δύναμη] < στέλλω [= στέλνω].

Παράγωγα

στολίσκος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στόλος», σ. 789. https://navalhistory.gr/lexiko/στολοσ/